Δευτέρα 18 Ιουνίου 2012

Εντάξει, κύριε Σόιμπλε; Θα πάρουμε τη δόση μας;


Το Ελληνικό Υπουργείο Εσωτερικών δίνει σήμερα το πρωί (18-06-2012 08:56) τα ακόλουθα αποτελέσματα των Βουλευτικών Εκλογών:

Νέα Δημοκρατία     29,66           129

ΣΥΡΙΖΑ                    26,89             71

ΠΑΣΟΚ                    12,28             33

Ανεξάρτητοι Ελ.       7,51             20

Χρυσή Αυγή             6,92             18

Δημ.Αρ.                    6,26              17

ΚΚΕ                          4,50              12

Εντάξει, κύριε Σόιμπλε; Κάναμε ότι ακριβώς μας υποδείξατε. Διαβάσαμε όλα τα άρθρα που δημοσίευσαν οι εφημερίδες σας – ευτυχώς τα γράψανε και στα Ελληνικά και μπόρεσε να τα διαβάσει κι η θειά μου η Αμερσούδα – και καταλάβαμε τι θα γινόταν αν βγάζαμε πρώτο κόμμα τον ΣΥΡΙΖΑ ή άλλους αντιμνημονιακούς τσαρλατάνους! Ευτυχώς θα έχουμε κυβέρνηση Νέας Δημοκρατίας και ΠΑΣΟΚ.

Εντάξει, κύριε Σόιμπλε; Ο Αντώνης και ο Βαγγέλης θα τηρήσουν τις υπογραφές τους. Δεν είναι ανεύθυνοι όπως αυτό το παλιόπαιδο ο Αλέξης που απειλούσε να μας βγάλει από την Ευρωζώνη! Όλα εντάξει λοιπόν. Άρα δεν θα μας κόψετε την πίστωση, έτσι; Πείτε το, σας παρακαλώ και στην κυρία Μέρκελ να μην θυμώσει – αν και ήδη συνεχάρη τον Αντώνη μας!

Βέβαια έχω κάποιες απορίες. Π.χ. δεν μπορώ να καταλάβω τι ψήφισαν το 1,5 εκατομμύριο άνεργοι! Επίσης δεν μπορώ να σκεφτώ τι θα γίνει στη Βουλή ανάμεσα στα 18 «φασισταριά» και τα 12 «παλιοκομμούνια». Αλλά δεν έχει σημασία όταν το 42% των συμπατριωτών μου ψήφισε Νέα ΠΑΣΟΚοΔημοκρατία και όπως μας διαβεβαίωσε ο Αντώνης «τα χειρότερα περάσανε».

Κύριε Σόιμπλε, σας παρακαλώ να δείτε αυτό το βίντεο: http://www.youtube.com/watch?v=GZeQjbmqX_w
Θα σας διευκολύνει να διαλέξετε τόπο για τις διακοπές σας αυτό το καλοκαίρι. Επίσης, άκουσα κάτι φήμες ότι τώρα ο Αντώνης δεν θα ανοίξει πιτσαρία αλλά μαζί με το Βαγγέλη θα ανοίξουν κτηματομεσιτικό. Δείτε λοιπόν αυτό το βίντεο. Θα σας φανεί χρήσιμο, πιστεύω. Εντάξει, κύριε Σόιμπλε; 


Σάββατο 9 Ιουνίου 2012

Α, ρε, Λιάνα!

Τώρα που παρήλθε το αυτόφωρο και εμφανίστηκε ο Κασιδιάρης, μπορώ – υποθέτω – να καταθέσω κι εγώ την άποψή μου για το τηλεοπτικό συμβάν που τρεις μέρες τώρα συζητούν οι πάντες. Και που μας έκανε «για μια ακόμη φορά ρεζίλι στο εξωτερικό». Δηλαδή, το είδε η Μέρκελ και κούνησε απαξιωτικά το κεφάλι της. Το είδε ο Σόιμπλε και θα μας κόψει το επίδομα. Το είδε η Λαγκάρντ και θα ξαναδώσει ζαχαρωτά στα παιδάκια της Νιγηρίας για να μας τιμωρήσει. Καλά. Θα σχολίαζα ανάλογα αλλά η… Γαλλίδα νταντά μου θα εκνευριζόταν και ο κύριος Ζαμπούνης θα με κοίταγε λοξά. Το προσπερνώ, λοιπόν, αυτό. Κι έρχομαι στη Λιάνα.

Α, ρε, Λιάνα! Δε χάνεις ευκαιρία πλέον να με στενοχωρείς. Πάντα σε εκτιμούσα για τη μόρφωση, τις γνώσεις σου, την σπιρτάδα του πνεύματός σου, την ευφράδειά σου, τα ελληνικά σου. Τι στην ευχή έχεις πάθει πια και πας να τα κάνεις όλα αυτά στην άκρη; Γιατί πρέπει ντε και καλά να δείξεις πόση μαγκιά και τσαμπουκά διαθέτεις; Σύμπτωμα της ηλικίας ή της στενής συναναστροφής με το ΚΚΕ; Πιθανόν και τα δύο. Και το μεν πρώτο είναι φυσιολογικό και αναστρέψιμο. Το δεύτερο, όμως….

Α, ρε, Λιάνα! Σε προτιμούσα τότε που «ψαχνόσουν» μήπως είσαι ΚΟ.ΔΗ.ΣΟ και περίμενες να σε ψηφίσουν όσοι αναρωτιόνταν το ίδιο. Σε προτιμούσα τότε που έκανες το «Μιλάτε Ελληνικά;» και πρόσφερες μια απόλαυση επιπέδου σε όσους μπορούσαν να την εκτιμήσουν. Σε προτιμώ σαν εκδότη κι αρθρογράφο του «ΝΕΜΕΣΙΣ», σαν ραδιοφωνική παραγωγό στο REAL, αλλά αυτή η «εμπλοκή» σου με το ΚΚΕ πάντα με «χάλαγε». Η δε τελευταία τηλεοπτική παρουσία σου στο Κασιδιάρικο επεισόδιο του Antenna με «τελείωσε»…

Α, ρε, Λιάνα! Τι φρασεολογία, τι γκριμάτσες, τι λόγια, τι έργα! Πήγαινες γυρεύοντας κι εσύ κι η άλλη ΣΥΡΙΖοκυρία που δεν την γνώριζα αλλά χάρη στο μπουγέλωμα την έμαθα – όπως και όλη η Ελλάδα, υποθέτω. Μα είναι δυνατόν να μη μιλάς με «φασισταριά» και «πουσταριά» όπως διατείνεσαι (on ή off air, αμελητέο πραγματικά στην παρούσα φάση) αλλά να σηκώνεις το χέρι (με το ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ, λένε, εγώ δεν μπορώ να το βεβαιώσω…) και να χτυπάς τον Χρυσαυγίτη που ήδη έχει χάσει τον έλεγχο του καθωσπρεπισμού του και «βγάζει» αυτό που έχει εκπαιδευτεί να κάνει; Δηλαδή τι περίμενες; Να σηκώσει την εφημερίδα και να σου πει υποκλινόμενος «Μαντάμ, σας έπεσε η εφημερίδα!»

Α, ρε, Λιάνα! Τι συγκινητικός ο τρόπος που έπαιζες μετά την χτυπημένη, κακοποιημένη  γυναίκα που είναι υπεράνω και δεν κάνει μήνυση γιατί αυτή ήταν γροθιά για το… ΚΚΕ κι όχι για σένα προσωπικά. Έχουμε χάσει κάθε μέτρο τελικά… Δηλαδή τώρα ο Χρυσαυγίτης θα χάσει ψήφους αλλά εσύ θα κερδίσεις; Αυτό θα είναι το αποτέλεσμα του τηλεοπτικού επεισοδίου «ένας φασισταριό πλακώνεται με ένα παλιοκομμούνι»; Γιατί αυτό είδαμε όλοι. Σήκωσε το «γάντι» που του πέταξες και τα κάνατε μαντάρα εκεί μέσα – χώρια που ταράξατε και τον Προκόπη!

Α, ρε, Λιάνα! «Ήμουνα νια και γέρασα» όπως λέει και γνωστή φράση αλλά ευτυχώς υπάρχουν κάποιες σταθερές αξίες στη ζωή για να πορευόμαστε. Όπως το ΚΚΕ. Που όσα χρόνια κι αν περάσουν μιλάει την ίδια γλώσσα, ειρωνεύεται τους διαφωνούντες με τον ίδιο τρόπο, εκπαιδεύει τους νεολαίους του με το ίδιο σύστημα, οργανώνει απεργίες (εκεί που άλλοι δουλεύουν – να μην ξεχνιόμαστε!), πορείες, διαμαρτυρίες και ετοιμάζει την επανάσταση ενάντια στον καπιταλισμό αλλά που δεν θέλει να κυβερνήσει γιατί αν το ψηφίσουμε θα κυβερνήσει ο Κυρίαρχος Λαός κι όχι αυτό! Και καλά το ΚΚΕ. Είπαμε, σταθερή αξία. Εσύ τι ακριβώς κάνεις τελικά. ρε Λιάνα; Γιατί από ότι έμαθα πρόσφατα – όπως το δήλωσες εσύ η ίδια σε διαδικτυακή παρουσία σου στο Enikos.gr - δεν είσαι καν μέλος του κόμματος! Είσαι, πως το είπες; «Συνεργαζόμενη»; Βρε, μπας και είσαι πράγματι ΚΟ.ΔΗ.ΣΟ.; Τι; Δεν υπάρχει πλέον αυτό το κόμμα; Γιατί και το ΚΚΕ που υπάρχει τι διαφορά κάνει;

Α, ρε, Λιάνα! Και κάτι τελευταίο: αυτή η ιστορία με το τσιγάρο έχει καταντήσει πλέον γραφική. Κανείς δεν καπνίζει σε κλειστούς χώρους εκτός από την κυρία Κανέλλη που το κάνει…επαναστατικώ δικαίω! Θα γέλαγα αν επρόκειτο για άλλο άτομο. Αλλά επειδή εσένα κάποτε σε εκτιμούσα, όλα αυτά τα καμώματά σου – γιατί καμώματα είναι…- με θλίβουν! Κρίμα, ρε, Λιάνα!

   

Κυριακή 7 Αυγούστου 2011

«Μα που ζεις; Εδώ είναι Ελλάδα!...»


Τρία άρθρα που διάβασα πρόσφατα και σχετικές συζητήσεις με φίλους μου έφεραν στο μυαλό την απάντηση-σχόλιο-επωδό που πάντα με εξόργιζε αλλά τώρα πλέον με γεμίζει μια οικεία θλίψη: «Μα που ζεις; Εδώ είναι Ελλάδα!...» Για χρόνια την αρνιόμουν, την αντέκρουα και την μαχόμουν με ορμή, ένταση κι επιχειρήματα. Τον τελευταίο καιρό με την αρωγή της περίφημης – πλέον – οικονομικής κρίσης (είναι άραγε μόνον οικονομική;…) η ορμή, η ένταση και τα επιχειρήματά μου αρνούνται να συνεργαστούν και με εκθέτουν ανεπανόρθωτα…

Το πρώτο άρθρο που με έβαλε σε σκέψεις, με τίτλο «Greece: The create escape» αναρτήθηκε και σχολιάστηκε από φίλους στο Facebook. Ήταν από την εφημερίδα The Independent γραμμένο από την Sophia Ignatidou, που όπως μας πληροφορεί είναι «an MA student in print journalism at Goldsmiths College. She has also been freelancing for Greek media for the past seven years.» 

Η εν λόγω δημοσιογράφος σταχυολογεί τις απόψεις 6 ανθρώπων ηλικίας 30-40 χρόνων (δεν μας λέει όμως την ηλικία του… αφεντικού, ο οποίος μάλλον παραμένει Ελλάδα :-) ) που για τους δικούς του λόγους ο καθένας αποφάσισαν να αφήσουν τη μαστιζόμενη από την οικονομική (πολιτική και κοινωνική, θα προσέθετα εγώ) κρίση χώρα και να μεταναστεύσουν! Δεν θα σχολιάσω τις απόψεις τους. Απλώς θα καταθέσω την απορία-λύπη μου: η Ελλάδα που έχει ανοίξει διάπλατα τα σύνορά της και βάζει κάτω από τις φτερούγες της τον κάθε ταλαίπωρο Αφγανό, Πακιστανό, Αφρικανό μετανάστη, διώχνει τα παιδιά της! Γιατί;;; «Μα που ζεις; Εδώ είναι Ελλάδα!...» θα μου απαντήσει κάποιος κι ο Γιάννης Μαρκόπουλος στην «Λέγκω» του τόχε επισημάνει χρόνια πριν…

Το δεύτερο άρθρο ήταν από την Καθημερινή της 31ης Ιουλίου, με τίτλο «Ίσως να μην ξαναζητήσω επιχορήγηση.» Ο σκηνοθέτης Μιχαήλ Μαρμαρινός εξηγεί τους λόγους που τον κάνουν να το σκέπτεται και εστιάζει στην γραφειοκρατία που όπως χαρακτηριστικά λέει «αυξάνεται τόσο που γίνεται αποτρεπτική για τη δράση» Μα, σε εποχή υποτιθέμενης οικονομικής κρίσης που το κράτος – υποτίθεται, πάντα – προσπαθεί να συμμαζέψει τα οικονομικά του, η γραφειοκρατία των κρατικών επιχορηγήσεων αυξάνεται;;; Ξέρω, «Μα που ζεις; Εδώ είναι Ελλάδα!...» θα μου πείτε και θα με κάνετε αμέσως να σκεφτώ ότι πίσω από κάθε χαρτί και κάθε σφραγίδα κρύβεται κι μία/ένας… καλοφαγάς του Πάγκαλου! Ευτυχώς ο Μιχαήλ Μαρμαρινός δεν φαίνεται να σκέπτεται, προς το παρόν τουλάχιστον, «να την κάνει» για το εξωτερικό.

Πάλι από την Καθημερινή της 31ης Ιουλίου, στο ίδιο «σαλόνι» με τον Μ. Μαρμαρινό, φιλοξενείται το επίτευγμα δύο «αλανιάρηδων» ελλήνων φοιτητών, του 23άχρονου Βαγγέλη Πτερνέα και του 28χρονου Γιώργου Καρακατσιώτη: πήραν το πρώτο βραβείο που χορηγεί η Microsoft στον διαγωνισμό Imagine Cup που διοργανώνει η ίδια εταιρεία. Τα δυό Ελληνόπουλα ήρθαν πρώτα ανάμεσα σε 350,000 φοιτητές (δεν νομίζω να είναι… τυπογραφικό λάθος το νούμερο στο άρθρο της Καθημερινής) από ολόκληρο τον κόσμο!

Η λεπτομέρειες που με συγκίνησαν:
1. οι γονείς και των δύο παιδιών είναι εκπαιδευτικοί και μπορεί μεν να τους έκαναν να βαριούνται όταν τους «έτρεχαν» σε μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους, τους έδωσαν όμως το έναυσμα και το υλικό για την Touring Machine που επινόησαν!
2. ο Γιώργος Καρακατσιώτης υπηρετεί τη θητεία του! Σε μια εποχή που οι περισσότεροι συνομήλικοί του κάνουν τα πάντα για να αποφύγουν αυτό το «χάσιμο χρόνου»…
(αυτό, βέβαια, είναι ένα θέμα που σηκώνει πολλή συζήτηση και δεν είναι της παρούσης…)
3. αυτά που λέει ο Βαγγέλης Πτερνέας για τα ελληνικά ΑΕΙ, την γραφειοκρατία και – φυσικά - τους λόγους που σκέπτεται να μεταναστεύσει (οι υπογραμμίσεις, δικές μου):
  «Σκέφτομαι να φύγω στο εξωτερικό όταν τελειώσω τη σχολή (…) Έχω επιλέξει κάποια πανεπιστήμια στην Ελβετία, την Αγγλία και τη Σκανδιναβία για να κάνω σε κάποιο απ’ αυτά το μεταπτυχιακό μου. Και ιδανικά θα ήθελα να δουλέψω έξω. Με απογοητεύουν πολλά πράγματα στην Ελλάδα. Το επίπεδο στη σχολή μου, όπως φαντάζομαι σε όλο το ελληνικό πανεπιστήμιο, είναι χαμηλό. Δεν γνωρίζω κάποια ελληνική σχολή που να είναι υψηλού επιπέδου.
Απλώς, το καλό με την πληροφορική είναι ότι μπορεί κανείς να ασχοληθεί και μόνος του χωρίς να περιμένει τα πάντα από τη σχολή. Δεν είναι όπως στην ιατρική, για παράδειγμα. (….) Γενικά, όμως, είναι μεγάλος ο δρόμος που πρέπει να διανύσουν τα ελληνικά πανεπιστήμια για να φτάσουν στο επίπεδο των ξένων. Μπορεί κάποιοι καθηγητές να είναι καλοί, αλλά το επίπεδο σπουδών δεν είναι καλό. Μπορεί, αν συγκρίνεις τον κύκλο μαθημάτων ενός ελληνικού πανεπιστημίου με τον αντίστοιχο ενός ξένου πανεπιστημίου, θεωρητικά να είναι παρόμοιοι, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι γίνεται η ίδια δουλειά.

Το ξένο πανεπιστήμιο δεν έχει ούτε παρατάξεις, που να μην κάνουν μάθημα τη μισή χρονιά, ούτε καθηγητές που περιμένουν να πάρουν πρώτα τα λεφτά και μετά να κάνουν έρευνα ούτε γίνεται κάποιος διδακτορικός καθηγητής επειδή κολλούσε αφίσες με κάποια παράταξη» .
Μάλλον δεν απορεί για τίποτε το παλληκάρι! Έχει συνειδητοποιήσει που βρίσκεται και τι πρέπει να κάνει για να πετύχει αυτό που θέλει. Όχι, γιατί αν απορούσε - όπως εγώ, καλή ώρα, για τα χάλια της χώρας μας, θα ήξερα τι να του απαντήσω (όχι χωρίς θλίψη, ομολογώ…): «Μα που ζεις; Εδώ είναι Ελλάδα!...»

ΥΓ Μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρα τα άρθρα εδώ:



Παρασκευή 8 Ιουλίου 2011

Πλατεία Συντάγματος

Είχα πολύ καιρό να κατέβω στο Σύνταγμα. Ίσως ένα χρόνο, μπορεί και περισσότερο… Βρέθηκα χτες το μεσημεράκι για να πάρω το μετρό να επιστρέψω στο σπίτι μου και η εικόνα που αντίκρυσα με γέμισε θλίψη! Η πλατεία που από το ’70 και για πάνω από είκοσι συνεχόμενα χρόνια ήταν μεγάλο μέρος της καθημερινότητάς μου «δεν είναι πια εκεί»….

Επέστρεφα από την Πλάκα. Μετά από μια βόλτα στα βιβλιοπωλεία κι ένα μεσημεριανό ουζάκι στον «Γλυκύ» - συνοδεία συζήτησης που πυροδότησε το νέο βιβλίο του Βασίλη Αλεξάκη «Η πρώτη λέξη» - η θέα της πλατείας Συντάγματος με προσγείωσε στην πραγματικότητα απότομα και επώδυνα!

Γωνία Φιλελλήνων και Μητροπόλεως, στο φανάρι. Δεξιά μου η αφετηρία του λεωφορείου για Πειραιά, του δικού μας «πράσινου», του σημερινού 040. Απέναντι, στη γωνία Φιλελλήνων και Όθωνος, το μέγαρο Μεταξά. Ένα κτίριο στο οποίο κυριολεκτικά πέρασα τη μισή μου ζωή, τα καλύτερά μου χρόνια! Το κτίριο στέκει πάντα εκεί: όμορφο, φινετσάτο, ευθυτενές κι αγέρωχο στο πέρασμα των χρόνων και της βαρβαρότητας των καιρών που διανύουμε.
Το μπαλκόνι του 4ου ορόφου, αυτό που βλέπει όλη την πλατεία Συντάγματος, ήταν πάντα το αγαπημένο μου! Έβγαινα 5 λεπτά έξω, χάζευα την κίνηση στους δρόμους, στα ζαχαροπλαστεία της πλατείας, τα ξενοδοχεία, τη Βουλή και τη σημαία που κυματίζει στο κέντρο της οροφής της κι έμπαινα ξανά μέσα. Είχα αφουγκραστεί την καρδιά της πόλης μου που χτυπούσε ζωηρά κι ο παλμός της έδινε το ρυθμό στο δικό μου βηματισμό και την διάθεση να συνεχίσω την ημέρα μου.

Οι βραδυνές έξοδοι εκείνης της εποχής είχαν συχνά σαν τόπο συνάντησης την είσοδο του μεγάρου Μεταξά. Όπου κι αν πήγαινε η παρέα είτε κατάληγε στην Πλάκα, είτε στα Εξάρχεια, είτε στο Λυκαβητό, το σημείο εκκίνησης ήταν σχεδόν πάντα αυτή η γωνία της πλατείας: Φιλελλήνων και Όθωνος.
Το φανάρι άναψε και διέσχισα τον δρόμο μαζί με τους τουρίστες. Φτάνοντας απέναντι είδα τα πρώτα σημάδια-απομεινάρια του τηλεοπτικού υπερθεάματος  των περασμένων ημερών: το καμμένο, ετοιμόρροπο περίπτερο στην Όθωνος και τα σπασμένα μάρμαρα των πιδάκων κάποιου φιλόδοξου δήμαρχου της Αθήνας – ας με συγχωρήσει που δεν θυμάμαι ποιος ενεπνεύσθη και κατασκεύασε τους «καταρράκτες» της πλατείας…

Κατέβηκα τα σκαλιά και αντικρύζοντας το θέαμα του ελεύθερου κάμπινγκ των «αγανακτισμένων», αισθάνθηκα μια γροθιά στο στομάχι: η «δική μου» πλατεία δεν ήταν πια εκεί. Ήμουν κάπου αλλού, όχι στην πλατεία Συντάγματος. Έμεινα εμβρόντητη! Σήκωσα τα μάτια μου και κοίταξα επάνω δεξιά. Ίσα που φαινόταν η κορυφογραμμή του κτιρίου της Βουλής με τη σημαία που κυμάτιζε πίσω από τα τεράστια πανώ και τις σκηνές στο επάνω μέρος της πλατείας. «Ευτυχώς η σημαία είναι ακόμη εκεί» σκέφτηκα και ξαφνιάστηκα από το απροσδόκητο κύμα εθνικοπατριωτισμού που με κατέκλυσε και που γρήγορα παρεχώρησε τη θέση του στη θλίψη που ήρθε για να μείνει…
Ξαναβρήκα το βήμα μου και άρχισα να κατευθύνομαι γρήγορα προς το μετρό. Κοντοστάθηκα πάλι: ανάμεσα στις σκηνές, δεμένη σε δυό δέντρα μια αιώρα κι επάνω της ένας «αγανακτισμένος» απολάμβανε το δροσερό αεράκι ανάμεσα στις φυλλωσιές των οπωροφόρων της πλατείας! Κατέβηκα κουτρουβαλώντας σχεδόν τα σκαλιά του μετρό, ακύρωσα γρήγορα το εισιτήριό μου και μπήκα ασθμαίνοντας στο τραίνο…

Έφτασα στο σπίτι μου με έναν κόμπο στο λαιμό. Σαν να συνειδητοποίησα ξαφνικά το χάλι στο οποίο έχει περιέλθει η πόλη μου, η χώρα μου, οι συνάνθρωποί μου, εγώ η ίδια. Στα βραδυνά δελτία ειδήσεων, ο βομβαρδισμός για τα νέα μέτρα του Μεσοπρόθεσμου, οι κορώνες δημοσιογράφων και πολιτικών στις καθημερινές κοκκορομαχίες τους, το «πρόγραμμα» κινητοποιήσεων συνδικαλιστών και «αγανακτισμένων».  
Κατάλαβα ξαφνικά γιατί δεν μπορώ να αγανακτίσω με όλα αυτά: έχουν χάσει πια οι λέξεις την έννοιά τους! Τι κοινό έχω εγώ με αυτούς που έβλεπα στην τηλεόραση; Τι κοινό έχω εγώ με τον αιωρούμενο «αγανακτισμένο» που είδα στην πλατεία Συντάγματος σήμερα το μεσημέρι; Τι κοινό έχει αυτό που είδα σήμερα με τη «δική μου» πλατεία Συντάγματος;

Δεν ξέρω αν θα βρω απάντηση στα ερωτήματά μου. Ξέρω όμως πως θα αργήσω πολύ να ξανακατέβω στο Σύνταγμα…. Επίσης άρχισα να καταλαβαίνω γιατί κάποιοι γνωστοί μου συζητάνε προτάσεις για δουλειά στο εξωτερικό. Ήρθε ξανά στο μυαλό μου και η επίμονη προτροπή της Κατερίνας όταν κάναμε τις βραδυνές βόλτες στο Brighton τον περασμένο Απρίλη «γιατί δεν ψάχνεις να βρεις κάτι εδώ; Έλα στο Λονδίνο!» Και σκέφτομαι… Λες;;;;      

Πέμπτη 30 Ιουνίου 2011

Στον Παύλο….

«Καλά, εσύ έφυγες νωρίς!»

Παραφράζω λίγο τον τίτλο του γνωστού βιβλίου του Χρόνη Μίσσιου για να ταιριάξει στην περίπτωση τη δική σου, φιλαράκι….

Αν ζούσες, θα γιόρταζες χτες την ονομαστική σου εορτή. Θα γιόρταζες;;; Δεν θα το μάθω ποτέ. Εγώ όμως σε σκέφτομαι συνέχεια και όχι μόνο λόγω της γιορτής σου.

Δεν ξέρω αν εκεί που είσαι φτάνουν δελτία ειδήσεων, εικόνες από δορυφόρους και άλλα τέτοια «θαυμαστά». Νομίζω όμως πως θα τα έμαθες τα νέα: λαμπόγυαλο το κάνανε πάλι το κέντρο της Αθήνας… Πλατεία Συντάγματος και γύρω δρόμοι έγιναν πεδίο μάχης… Στο Κοινοβούλιο, ο γιός του Αντρέα – ναι, Παμπλίτο, ο γιος του Αντρέα! – και τα τσιράκια του «τρομοκρατούσαν» τους βουλευτές τους στην προσπάθειά τους να περάσουν έναν ακόμη σφαγιαστικό για το λαό νόμο: το περίφημο ευρωπαϊκό «μεσοπρόθεσμο». Για να πάρουμε ένα ακόμη δάνειο από τους «κουτόφραγκους» και τους Γερμανούς!...

Από έξω τα ΜΑΤ οργίαζαν! Δεν νομίζω ότι έπεσαν ποτέ τόσα πολλά δακρυγόνα σε τόσο λίγες ώρες…. Κόλαση η πλατεία Συντάγματος! Το «παρακράτος» που ακούγαμε στα νιάτα μας, σε πλήρη τηλεοπτική δράση! Απίστευτες σκηνές….

«Έφυγε» το μυαλό μου…. Πήγε 30 χρόνια πίσω. Σε εκείνο το βράδυ των εκλογών του ’81 που μας παρέσυρες με τον ενθουσιασμό σου να «πάμε στο Σύνταγμα, ρε!» να γιορτάσουμε τη νίκη του Αντρέα, τη νίκη της αλλαγής, τη νίκη του λαού! Εκεί, στα ίδια σημεία που περπατούσαμε, γελούσαμε, τραγουδούσαμε εκείνο το βράδυ, Παύλε, τα υπουργάκια του πρωτότοκου του Αντρέα – ναι, δεν το πρόφτασες…. Πρωθυπουργό τον κάνανε!... –  του εγγονού του Γέρου, με δικές του εντολές, μεκελλέψανε τα πάντα! Σπάσανε μάρμαρα, τζαμαρίες, κεφάλια… Κάψανε κτίρια, στάσεις λεωφορείων, τέντες, αυτοκίνητα… Ότι μπορέσανε κάνανε τα παιδιά!

Έβλεπα τις εικόνες στην τηλεόραση – εικονική πραγματικότητα;… αλήθεια;… δύσκολο να συνειδητοποιήσει κανείς αμέσως – και δεν το χωρούσε το μυαλό μου! Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ ψήφιζε στη Βουλή νόμο-καρμανιόλα για το λαό και ταυτόχρονα τσάκιζε όσους απ΄έξω διαμαρτύρονταν… Ναι, Παμπλίτο, το ΠΑΣΟΚ του Αντρέα που τόσο αγάπησες και πίστεψες… Θυμάμαι τις πλάκες που σου κάναμε για την αδυναμία που του είχες αλλά δεν μπορώ πια να γελάσω! Ούτε όμως να κλάψω… Δεν φαίνεται να υπάρχει πλέον κανένα νόημα όταν είναι κανείς στο βαρέλι κι ελπίζει να πιάσει κάποια στιγμή πάτο….

Απλά αναρωτιέμαι… Πως φτάσαμε ως εδώ; Δεν θυμάμαι να οραματιζόμαστε «μνημόνια» και «μακροπρόθεσμο» στα νιάτα μας. Ούτε όταν ονειροπολούσαμε, ούτε όταν «μπήκαμε στην παραγωγή» με φιλοδοξία να αλλάξουμε τον κόσμο, ούτε όταν τσακωνόμασταν για τις – αστείες, όπως τις βλέπω τώρα… - πολιτικές μας διαφορές.  Κι όμως, στη δική μας γενιά ανήκουν οι περισσότεροι από τους αλήτες που είναι υπουργοί αυτή τη στιγμή, Παύλε! Στη δική μας γενιά, οι αλήτες! Μετονόμασαν δε και το Υπουργείο Δημοσίας Τάξεως σε Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη για να δέρνουν «προστατευτικά» τον κόσμο οι μπάτσοι τους… Τόσο αλήτες!

Θα παραφράσω κάτι ακόμα, Παύλε. Τα λόγια του Κύπριου Προέδρου Τάσου Παπαδόπουλου όταν είπε «όχι» στο σχέδιο Ανάν: «Μου παρέδωσαν κράτος, δεν θα παραδώσω κοινότητα». Πάντα συγκινούμαι όταν θυμάμαι αυτά τα λόγια… Και τώρα συγκινούμαι που θα τα παραφράσω λέγοντάς σου: «οι γονείς μας αγωνίστηκαν και μας παρέδωσαν ένα κράτος αλλά εμείς θα δώσουμε στα παιδιά μας ένα προτεκτοράτο»… Δεν είναι θλιβερό;

Ίσως ήσουν τυχερός που έφυγες νωρίς, Παύλε…  


Δευτέρα 27 Ιουνίου 2011

«Όρσε!»


Σύμφωνα με την Βικιπαίδεια η μούντζα:

·       είναι μια απρεπής και υβριστική χειρονομία της παλάμης του χεριού. Ο υβρίζων τείνει το χέρι του προς τον υβριζόμενο και "δείχνει" σε αυτόν την ανοιχτή του παλάμη ενώ τα δάκτυλα του χεριού του είναι τεντωμένα. Ο υβρίζων πρέπει να δίνει την εντύπωση πως κολλάει το χέρι του στο πρόσωπο του υβριζόμενου, όσο μακριά και να βρίσκεται. Προκειμένου να δοθεί έμφαση, κάποιες φορές η μούντζα γίνεται με τα δύο χέρια. Σε αυτή την περίπτωση οι δύο παλάμες του υβρίζοντος είναι η μία πίσω από την άλλη, ενώ η μπροστινή παλάμη είναι σταθερή και η άλλη πέφτει πάνω της από την πίσω μεριά.

·       συνοδεύεται συχνά από επιφωνήματα και υβριστικές φράσεις όπως "να!", "όρσε!", "να μαλάκα!", "πάρ'τα να μη στα χρωστάω" κ.ά.
 

·       περιγράφεται ειρωνικά ως το "παράσημο της ανοιχτής παλάμης". Πρέπει να σημειωθεί πως όσο πιο κοντά στο πρόσωπο του υβριζόμενου πλησιάσει το χέρι, τόσο μεγαλύτερη απαξίωση εκφράζει. Σημειώνεται επίσης ότι συχνά η αντίδραση του υβριζόμενου μπορεί να είναι είτε της ίδιας μορφής (μούντζα), αλλά και πολύ εντονότερη, είτε φραστική, χειρονομία ή και χειροδικία.

·       ανάγεται στην εποχή του Βυζαντίου, και συγκεκριμένα σε μία ποινή που εφαρμοζόταν σε περιπτώσεις ασήμαντων παραπτωμάτων. Ο δικαστής έβαζε το χέρι του σε στάχτη και λέρωνε (μουντζούρωνε) το πρόσωπο του τιμωρούμενου, διαπομπεύοντάς τον με αυτόν τον τρόπο.

·       χρονολογείται (κατά μια άποψη) πολύ παλιότερα, στην Αρχαία Ελλάδα. Στην περίπτωση αυτή, μία χειρονομία αντίστοιχη της μούντζας χρησιμοποιείτο αρχικά στα Ελευσίνια μυστήρια και συνοδευόταν από κατάρες που απευθύνονταν προς τον "εχθρό", το "Κακό" κλπ., φράσεις δηλωτικές της αποπομπής στο ανάθεμα. Ωστόσο, αυτή η άποψη για την προέλευση της μούντζας έχει αμφισβητηθεί έντονα. Πρόκειται για κίνηση ανάλογη με την ρίψη λίθου του αναθέματος σε κολωνό λίθων, που δημιουργούσαν με την ρίψη λίθων κατά του αναθεματιζομένου. Η κίνηση εκφράζει βαρειά περιφρόνηση, μαζί δε και κατάρα για αποπομπή και εξαφάνιση.

Τώρα τελευταία τα χέρια μου (εναλλάξ ή και τα δύο μαζί) έχουν μια επικίνδυνη τάση προς τη χειρονομία αυτή. Το πιο ανησυχητικό σημάδι δε είναι ότι δεν προτίθεμαι να τα ελέγξω…. Η χειρονομία αυτή δεν συνάδει με το ήθος, την αγωγή και τη μόρφωσή μου αλλά κατόπιν αλλεπαλλήλων συσκέψεων με τον εαυτό μου αποφάσισα να την προτιμήσω από τα ηρεμιστικά ή την ψυχανάλυση για δύο βασικούς (και συντριπτικούς υπέρ της…) λόγους:

1.     δεν κοστίζει τίποτα από χρηματική άποψη και ως εκ τούτου είναι από τις ελάχιστες πράξεις που δεν φορολογούνται

2.     μεταφέρει αμέσως και άμεσα το μήνυμα στον παραλήπτη/αποδέκτη χωρίς περιττές λεκτικές αντεγκλήσεις και πιθανές παρερμηνείες
 

Η μόνη παρέμβαση που επιτρέπω στο ήθος, στην αγωγή και στη μόρφωσή μου είναι τη χρήση του επιφωνήματος «’Ορσε!» ως συνοδευτικό της χειρονομίας αντί του πολυχρησιμοποιημένου και ως εκ τούτου αναποτελεσματικού "Να μαλάκα!"

Ένα ακόμη ανησυχητικό σημάδι είναι η συχνότητα με την οποία μουτζώνω τελευταία… Αν διαβάσει κανείς τη λίστα που ακολουθεί θα καταλάβει γιατί ανησυχώ που μουτζώνω
 

  • τους απαράδεκτους πλέον πολιτικούς, κυβερνητικούς ή αντιπολιτευτικούς, που έχουν χάσει κάθε έρεισμα εγκυρότητας, αξιοπιστίας και εντιμότητας! Όλοι τους! Αν κάποιος ήταν εξαίρεση θα είχε απλώς παραιτηθεί!
  • τους γραβατοφορεμένους οχλαγωγούς των τηλεοπτικών παραθύρων που αναλύουν αυτάρεσκα τον κίνδυνο της χρεωκοπίας της χώρας και μετά χαμογελούν ο ένας στον άλλον, κάνουν πλακίτσες μεταξύ τους και τονίζουν πόσο «φίλοι» είναι…
  • τους συνδικαλιστές που «κόπτονται» για τα συμφέροντα των εργαζομένων που «υποτίθεται» εκπροσωπούν. (Υπάρχει κάποιος άνω των σαράντα ετών που να μην κατανοεί την χρήση των εισαγωγικών στις δυό αυτές λέξεις; Μάλλον όχι!)
  • τους δημοσιογράφους/αναλυτές των πολιτικών εξελίξεων στη χώρα μας για τον τρόπο με τον οποίο υποτιμούν τη νοημοσύνη μου καθώς προσπαθούν να με πείσουν ότι με ενημερώνουν ενώ απλά λένε αυτά για τα οποία πληρώνονται! Αν δεν το έκαναν δεν θα είχαν δουλειά! Τόσο απλό…
  • τους ελληναράδες που βγάζουν το χειρότερο εαυτό τους στο τιμόνι επιδεικνύοντας την δανεική αμαξάρα τους, την εμφανή γαϊδουριά τους και την προφανή τους άγνοια του Οδικού Κώδικα: πληρώνουν σχεδόν 3 ευρώ για να τρέχουν σαν τρελλοί στη Αττική Οδό πάνω στην λωρίδα εκτάκτου ανάγκης! Οι …Ευρωπαίοι!
  • τους εργοδότες που χρησιμοποιούν την οικονομική κρίση για να μην πληρώνουν τους υπαλλήλους τους, να τους απειλούν με απόλυση, κλείσιμο της επιχείρησης κλπ. ενώ την ίδια στιγμή κανονίζουν τις καλοκαιρινές τους διακοπές, κάνουν ταξιδάκια στο εξωτερικό, αγοράζουν καινούριο αυτοκίνητο ή ανανεώνουν το εξοχικό τους.
  • τις τηλεοπτικές «προσωπικότητες» που ντύνονται (γδύνονται είναι το σωστό ρήμα για τις «κυρίες» της showbiz…), μακιγιάρονται και βγαίνουν στο γυαλί να παρουσιάσουν τις τελευταίες τάσεις του lifestyle, τους «λιτούς» γάμους – λόγω κρίσης, ντε! – στους οποίους η νύφη έρχεται με… Rolls Royce (τι κατάντια κι αυτή…τς, τς, τς!) και φυσικά να διανθίσουν τις εκπομπές τους με τραγουδιστές/τριες μεσ’ την τρελλή χαρά!
  • τους ποδοσφαιρόφιλους που εκστασιάζονται από τη νίκη της ομαδάρας τους αλλά πέσανε από τα σύννεφα όταν ο εισαγγελέας «γράπωσε» τους μάγκες που στήνανε τα παιχνίδια! (Το βλέμμα του Μαρινάκη όταν δήλωνε ότι όλα αυτά δεν τον αγγίζουν έλεγε «τα πάντα όλα» σε όποιον τον παρατηρούσε προσεκτικά!)        
  • τους «ζωόφιλους» που μαντρώνουν τεράστια λυκόσκυλα σε μπαλκόνια και τα κάνουν να γαυγίζουν σαν τρελλά 24 ώρες το 24ωρο….
  • τους μηχανόβιους της κακιάς ώρας που αναστατώνουν με τις «πειραγμένες» εξατμίσεις τους συνοικίες ολόκληρες, κατά προτίμηση τα ξημερώματα!
  • τους μετανάστες που σου «επιτίθενται» στα φανάρια με τα «σκουπόξυλα» - κι αν είσαι γυναίκα οδηγός δεν τη γλυτώνεις την «επίθεση» καθ’ όσον το «όχι» σου δεν μετράει… Πρόσφατα μάλιστα ένας με «απείλησε» ότι σε αυτό το φανάρι είναι αυτός κι αν δεν θέλω να μου «λερώσει» το αυτοκίνητο «εσύ πας άλλο φανάρι! Εδώ εγώ!» (Οφείλω να ομολογήσω ότι εδώ η μούτζα δεν με κάλυψε! Ευχαρίστως θα του έσπαγα τα μούτρα κι αν έτσι αρχίζει ο ρατσισμός δεν με ενδιαφέρει πια… Η υπόθεση των μεταναστών είναι πολύ σοβαρή, τουλάχιστον για όσους από εμάς είμαστε υποχρεωμένοι να συμβιώνουμε μαζί τους και σε καθημερινή βάση δοκιμάζεται ο ανθρωπισμός ή ο ρατσισμός μας - ανάλογα πως το βλέπει, πως το βιώνει ή πως το αναλύει ο καθένας)  
 Η λίστα δεν τελειώνει εδώ. Όπως και κάθε αξιοπρεπές σήριαλ, συνεχίζεται…..

Παρασκευή 25 Μαρτίου 2011

25η Μαρτίου 2011

Εθνική εορτή. Αργία. Παρέλαση. Προβληματισμένοι Έλληνες που σπεύδουν να εκμεταλλευθούν το τριήμερο. Πρωθυπουργός που παζαρεύει διευκολύνσεις ανά την Ευρώπη. Υπουργοί που φοβούνται το γιαούρτωμα. Τούρκοι που εξυπηρετούν το ΝΑΤΟ στις Λιβυκές του ανησυχίες μέσω Καστελόριζου!


Μήπως να αναλογιστούμε για λίγο πως φτάσαμε ως εδώ; Πώς γιορτάζει φέτος η Ελλάδα 190 χρόνια ανεξαρτησίας με ΔΝΤ και Μνημόνιο;

Ίσως αν διαβάσουμε σήμερα ολόκληρο τον Ύμνο στην Ελευθερία του Διονυσίου Σολωμού – τον Εθνικό μας Ύμνο – θα τιμήσουμε με τον καλλίτερο τρόπο τη μνήμη των ηρώων μας και σίγουρα θα μάθουμε πολύ περισσότερα για το μέλλον μας από τις οποιεσδήποτε βαρύγδουπες και βαρυσήμαντες ανακοινώσεις αυτών που διαλέξαμε να μας κυβερνούν.

Ιδού οι 158 στροφές του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντός μας!
 
1
Σε γνωρίζω από την κόψη
του σπαθιού την τρομερή,
σε γνωρίζω από την όψη
που με βία μετράει τη γη.
2
Απ' τα κόκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!
3
Εκεί μέσα εκατοικούσες
πικραμένη, εντροπαλή,
κι ένα στόμα ακαρτερούσες,
«έλα πάλι», να σου πεί.
4
'Αργειε νάλθει εκείνη η μέρα,
κι ήταν όλα σιωπηλά,
γιατί τά 'σκιαζε η φοβέρα
και τα πλάκωνε η σκλαβιά.
5
Δυστυχής! Παρηγορία
μόνη σού έμενε να λές
περασμένα μεγαλεία
και διηγώντας τα να κλαις.
6
Και ακαρτέρει και ακαρτέρει
φιλελεύθερη λαλιά,
ένα εκτύπαε τ' άλλο χέρι
από την απελπισιά,
7
Κι έλεες: «Πότε, α, πότε βγάνω
το κεφάλι από τσ' ερμιές;».
Και αποκρίνοντο από πάνω
κλάψες, άλυσες, φωνές.
8
Τότε εσήκωνες το βλέμμα
ες στα κλάιματα θολό,
και εις το ρούχο σου έσταζ' αίμα,
πλήθος αίμα ελληνικό.
9
Με τα ρούχα αιματωμένα
ξέρω ότι έβγαινες κρυφά
να γυρεύεις εις τα ξένα
άλλα χέρια δυνατά.
10
Μοναχή το δρόμο επήρες,
εξανάλθες μοναχή•
δεν είν' εύκολες οι θύρες
εάν η χρεία τες κουρταλεί.
11
'Αλλος σου έκλαψε εις τα στήθια,
αλλ' ανάσαση καμμιά•
άλλος σου έταξε βοήθεια
και σε γέλασε φρικτά.
12
΄Αλλοι, οϊμέ, στη συμφορά σου
οπού εχαίροντο πολύ,
«σύρε νά 'βρεις τα παιδιά σου,
σύρε», έλεγαν οι σκληροί.
13
Φεύγει οπίσω το ποδάρι
και ολογλήγορο πατεί
ή την πέτρα ή το χορτάρι
που τη δόξα σού ενθυμεί.
14
Ταπεινότατη σου γέρνει
η τρισάθλια κεφαλή,
σαν πτωχού που θυροδέρνει
κι είναι βάρος του η ζωή.
15
Ναι, αλλά τώρα αντιπαλεύει
κάθε τέκνο σου με ορμή,
πού ακατάπαυστα γυρεύει
ή τη νίκη ή τη θανή.
16
Απ' τα κόκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!
17
Μόλις είδε την ορμή σου
ο ουρανός που για τσ' εχθρούς
εις τη γη τη μητρική σου
έτρεφ' άνθια και καρπούς,
18
εγαλήνεψε• και εχύθει
καταχθόνια μια βοή,
και του Ρήγα σού απεκρίθη
πολεμόκραχτη η φωνή.
19
΄Ολοι οι τόποι σου σ' εκράξαν
χαιρετώντας σε θερμά,
και τα στόματα εφωνάξαν
όσα αισθάνετο η καρδιά.
20
Εφωνάξανε ως τ' αστέρια
του Ιονίου και τα νησιά,
κι εσηκώσανε τα χέρια
για να δείξουνε χαρά,
 21
μ' όλον πού 'ναι αλυσωμένο
το καθένα τεχνικά,
και εις το μέτωπο γραμμένο
έχει: «Ψεύτρα Ελευθεριά».
22
Γκαρδιακά χαροποιήθει
και του Βάσιγκτον η γη,
και τα σίδερα ενθυμήθει
που την έδεναν κι αυτή.
23
Απ' τον πύργο του φωνάζει,
σα να λέει σε χαιρετώ,
και τη χήτη του τινάζει
το λιοντάρι το Ισπανό.
24
Ελαφιάσθη της Αγγλίας
το θηρίο, και σέρνει ευθύς
κατά τ' άκρα της Ρουσίας
τα μουγκρίσματα τσ' οργής.
25
Εις το κίνημα του δείχνει,
πως τα μέλη ειν' δυνατά•
και στου Αιγαίου το κύμα ρίχνει
μια σπιθόβολη ματιά.
26
Σε ξανοίγει από τα νέφη
και το μάτι του Αετού,
που φτερά και νύχια θρέφει
με τα σπλάχνα του Ιταλού•
27
και σ' εσέ καταγυρμένος,
γιατί πάντα σε μισεί,
έκρωζ' έκρωζ' ο σκασμένος,
να σε βλάψει, αν ημπορεί.
28
΄Αλλο εσύ δεν συλλογιέσαι
πάρεξ που θα πρωτοπάς•
δεν μιλείς και δεν κουνιέσαι
στες βρισιές οπού αγρικάς•
29
σαν το βράχο οπού αφήνει
κάθε ακάθαρτο νερό
εις τα πόδια του να χύνει
ευκολόσβηστον αφρό•
30
οπού αφήνει ανεμοζάλη
και χαλάζι και βροχή
να του δέρνουν τη μεγάλη,
την αιώνιαν κορυφή.
31
Δυστυχιά του, ω, δυστυχιά του,
οποιανού θέλει βρεθεί
στο μαχαίρι σου αποκάτου
και σ' εκείνο αντισταθεί.
32
Το θηρίο π' ανανογιέται
πως του λείπουν τα μικρά,
περιορίζεται, πετιέται,
αίμα ανθρώπινο διψά•
33
τρέχει, τρέχει όλα τα δάση,
τα λαγκάδια, τα βουνά,
κι όπου φθάσει, όπου περάσει,
φρίκη, θάνατος, ερμιά•
34
Ερμιά, θάνατος και φρίκη
όπου επέρασες κι εσύ•
ξίφος έξω από τη θήκη
λέον ανδρείαν σου προξενεί.
35
Ιδού, εμπρός σου ο τοίχος στέκει
της αθλίας Τριπολιτσάς•
τώρα τρόμου αστροπελέκι
να της ρίψεις πιθυμάς.
36
Μεγαλόψυχο το μάτι
δείχνει πάντα οπώς νικεί,
κι ας ειν' άρματα γεμάτη
και πολέμιαν χλαλοή.
37
Σου προβαίνουνε και τρίζουν
για να ιδείς πως ειν' πολλά•
δεν ακούς που φοβερίζουν
άνδρες μύριοι και παιδιά;
38
Λίγα μάτια, λίγα στόματα
θα σας μείνουνε ανοιχτά.
για να κλαύσετε τα σώματα
που θε νά 'βρει η συμφορά!
39
Κατεβαίνουνε, και ανάφτει
του πολέμου αναλαμπή•
το τουφέκι ανάβει, αστράφτει,
λάμπει, κόφτει το σπαθί.
40
Γιατί η μάχη εστάθει ολίγη;
Λίγα τα αίματα γιατί;
Τον εχθρό θωρώ να φύγει
και στο κάστρο ν' ανεβεί.
41
Μέτρα! Ειν' άπειροι οι φευγάτοι,
οπού φεύγοντας δειλιούν•
τα λαβώματα στην πλάτη
δέχοντ', ώστε ν' ανεβούν.
42
Εκεί μέσα ακαρτερείτε
την αφεύγατη φθορά•
να, σας φθάνει• αποκριθείτε
στης νυκτός τη σκοτεινιά!
43
Αποκρίνονται και η μάχη
έτσι αρχίζει, οπού μακριά
από ράχη εκεί σε ράχη
αντιβούιζε φοβερά.
44
Ακούω κούφια τα τουφέκια,
ακούω σμίξιμο σπαθιών,
ακούω ξύλα, ακούω πελέκια,
ακούω τρίξιμο δοντιών.
45
Α, τι νύκτα ήταν εκείνη
που την τρέμει ο λογισμός!
΄Αλλος ύπνος δεν εγίνει
πάρεξ θάνατου πικρός.
46
Της σκηνής η ώρα, ο τόπος,
οι κραυγές, η ταραχή,
ο σκληρόψυχος ο τρόπος
του πολέμου, και οι καπνοί,
47
και οι βροντές και το σκοτάδι
οπού αντίσκοφτε η φωτιά,
επαράσταιναν τον ΄Αδη
που ακαρτέρειε τα σκυλιά•
48
Τ' ακαρτέρειε. Εφαίνον' ίσκιοι
αναρίθμητοι, γυμνοί,
κόρες, γέροντες, νεανίσκοι,
βρέφη ακόμη εις το βυζί.
49
'Ολη μαύρη μυρμηγκιάζει,
μαύρη η εντάφια συντροφιά,
σαν το ρούχο οπού σκεπάζει
τα κρεβάτια τα στερνά.
50
Τόσοι, τόσοι ανταμωμένοι
επετιούντο από τη γη,
όσοι ειν' άδικα σφαγμένοι
από τούρκικην οργή.
51
Τόσα πέφτουνε τα θερι-
σμένα αστάχια εις τους αγρούς•
σχεδόν όλα εκειά τα μέρη
εσκεπάζοντο απ' αυτούς.
52
Θαμποφέγγει κανέν' άστρο,
και αναδεύοντο μαζί,
ανεβαίνοντας το κάστρο
με νεκρώσιμη σιωπή.
53
'Ετσι χάμου εις την πεδιάδα,
μες στο δάσος το πυκνό,
όταν στέλνει μίαν αχνάδα
μισοφέγγαρο χλωμό,
54
εάν οι άνεμοι μες στ' άδεια
τα κλαδιά μουγκοφυσούν,
σειούνται, σειούνται τα μαυράδια,
οπού οι κλώνοι αντικτυπούν.
55
Με τα μάτια τους γυρεύουν
όπου είν' αίματα πηχτά,
και μες στα αίματα χορεύουν
με βρυχίσματα βραχνά•
56
και χορεύοντας μανίζουν
εις τους ΄Ελληνες κοντά,
και τα στήθια τους εγγίζουν
με τα χέρια τα ψυχρά.
57
Εκειό το έγγισμα πηγαίνει
βαθειά μες στα σωθικά,
όθεν όλη η λύπη βγαίνει,
και άκρα αισθάνονται ασπλαχνιά.
58
Τότε αυξαίνει του πολέμου
ο χορός τρομακτικά,
σαν το σκόρπισμα του ανέμου
στου πελάου τη μοναξιά.
59
Κτυπούν όλοι απάνου κάτου•
κάθε κτύπημα που εβγεί
είναι κτύπημα θανάτου
χώρις να δευτερωθεί.
60
Κάθε σώμα ιδρώνει, ρέει•
λες κι εκείθενε η ψυχή
απ' το μίσος που την καίει
πολεμάει να πεταχθεί.
61
Της καρδίας κτυπίες βροντάνε
μες στα στήθια τους αργά,
και τα χέρια όπου χουμάνε
περισσότερο ειν' γοργά.
62
Ουρανός γι' αυτούς δεν είναι,
ουδέ πέλαγο, ουδέ γη•
γι' αυτούς όλους το παν είναι
μαζωμένο αντάμα εκεί.
63
Τόση η μάνητα κι η ζάλη,
που στοχάζεσαι μη πως
από μία μεριά και απ' άλλη
δεν είνει ένας ζωντανός.
64
Κοίτα χέρια απελπισμένα
πώς θερίζουνε ζωές!
Χάμου πέφτουνε κομμένα
χέρια, πόδια, κεφαλές,
65
και παλάσκες και σπαθία
με ολοσκόρπιστα μυαλά,
και με ολόσχιστα κρανία,
σωθικά λαχταριστά.
66
Προσοχή καμία δεν κάνει
κανείς, όχι, εις τη σφαγή•
πάνε πάντα εμπρός. Ω, φθάνει,
φθάνει• έως πότε οι σκοτωμοί;
67
Ποιος αφήνει εκεί τον τόπο,
πάρεξ όταν ξαπλωθεί;
Δεν αισθάνονται τον κόπο
και λες κι είναι εις την αρχή.
68
Ολιγόστευαν οι σκύλοι,
και «Αλλά», εφώναζαν, «Αλλά»,
και των Χριστιανών τα χείλη
«φωτιά», εφώναζαν, «φωτιά».
69
Λιονταρόψυχα, εκτυπιούντο,
πάντα εφώναζαν «φωτιά»,
και οι μιαροί κατασκορπιούντο,
πάντα σκούζοντας «Αλλά».
70
Παντού φόβος και τρομάρα
και φωνές και στεναγμοί•
παντού κλάψα, παντού αντάρα,
και παντού ξεψυχισμοί.
71
Ήταν τόσοι! Πλέον το βόλι
εις τ' αυτιά δεν τους λαλεί.
'Ολοι χάμου εκείτοντ' όλοι
εις την τέταρτην αυγή.
72
Σαν ποτάμι το αίμα εγίνη
και κυλάει στη λαγκαδιά,
και το αθώο χόρτο πίνει
αίμα αντίς για τη δροσιά.
73
Της αυγής δροσάτο αέρι,
δεν φυσάς τώρα εσύ πλιο
στων ψευδόπιστων το αστέρι•
φύσα, φύσα εις το ΣΤΑΥΡΟ!
74
Απ' τα κόκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!
75
Της Κορίνθου ιδού και οι κάμποι•
δεν λάμπ' ήλιος μοναχά
εις τους πλάτανους, δεν λάμπει
εις τ' αμπέλια, εις τα νερά.
76
Εις τον ήσυχον αιθέρα
τώρα αθώα δεν αντηχεί
τα λαλήματα η φλογέρα,
τα βελάσματα το αρνί.
77
Τρέχουν άρματα χιλιάδες
σαν το κύμα εις το γιαλό,
αλλ' οι ανδρείοι παλληκαράδες
δεν ψηφούν τον αριθμό.
78
Ω τρακόσιοι, σηκωθείτε
και ξανάλθετε σε μας•
τα παιδιά σας θελ' ιδείτε
πόσο μοιάζουνε με σας.
79
'Ολοι εκείνοι τα φοβούνται
και με πάτημα τυφλό
εις την Κόρινθο αποκλειούνται
κι όλοι χάνουνται απ' εδώ.
80
Στέλνει ο άγγελος του ολέθρου
πείνα και θανατικό,
που με σχήμα ενός σκελέθρου
περπατούν αντάμα οι δυο•
81
και πεσμένα εις τα χορτάρια
απεθαίνανε παντού
τα θλιμμένα απομεινάρια
της φυγής και του χαμού.
82
Κι εσύ αθάνατη, εσύ θεία,
που ότι θέλεις ημπορείς.
εις τον κάμπο, Ελευθερία,
ματωμένη περπατείς.
83
Στη σκια χεροπιασμένες,
στη σκια βλέπω κι εγώ
κρινοδάχτυλες παρθένες
οπού κάνουνε χορό.
84
Στο χορό γλυκογυρίζουν
ωραία μάτια ερωτικά,
και εις την αύρα κυματίζουν
μαύρα, ολόχρυσα μαλλιά.
85
Η ψυχή μου αναγαλλιάζει
πως ο κόρφος καθεμιάς
γλυκοβύζαστο ετοιμάζει
γάλα ανδρείας κι ελευθεριάς.
86
Μες στα χόρτα, τα λουλούδια,
το ποτήρι δεν βαστώ•
φιλελεύθερα τραγούδια
σαν τον Πίνδαρο εκφωνώ.
87
Απ' τα κόκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!
88
Πήγες εις το Μεσολόγγι
την ημέρα του Χριστού,
μέρα που άνθισαν οι λόγγοι
για το τέκνο του Θεού.
89
Σου 'λθε εμπρός λαμποκοπώντας
η Θρησκεία μ' ένα σταυρό,
και το δάκτυλο κινώντας
οπού ανεί τον ουρανό,
90
«σ' αυτό», εφώναξε, «το χώμα
στάσου ολόρθη, Ελευθεριά!».
Και φιλώντας σου το στόμα
μπαίνει μες στην εκκλησιά.
91
Εις την τράπεζα σιμώνει,
και το σύγνεφο το αχνό
γύρω γύρω της πυκνώνει
που σκορπάει το θυμιατό.
92
Αγρικάει την ψαλμωδία
οπού εδίδαξεν αυτή•
βλέπει τη φωταγωγία
στους Αγίους εμπρός χυτή.
93
Ποιοι είν' αυτοί που πλησιάζουν
με πολλή ποδοβολή,
κι άρματ', άρματα ταράζουν;
Επετάχτηκες εσύ!
94
Α, το φως που σε στολίζει,
σαν ηλίου φεγγοβολή,
και μακρίθεν σπινθηρίζει,
δεν είναι, όχι, από τη γη.
95
Λάμψιν έχει όλη φλογώδη
χείλος, μέτωπο, οφθαλμός•
φως το χέρι, φως το πόδι,
κι όλα γύρω σου είναι φως.
96
Το σπαθί σου αντισηκώνεις,
τρία πατήματα πατάς,
σαν τον πύργο μεγαλώνεις,
κι εις το τέταρτο κτυπάς.
97
Με φωνή που καταπείθει
προχωρώντας ομιλείς:
«Σήμερ', άπιστοι, εγεννήθη,
ναι, του κόσμου ο Λυτρωτής.
98
Αυτός λέγει, αφοκρασθείτε:
"Εγώ ειμ' 'Αλφα, Ωμέγα εγώ•
πέστε, που θ' αποκρυφθείτε
εσείς όλοι, αν οργισθώ;
99
Φλόγα ακοίμητην σας βρέχω,
που, μ' αυτήν αν συγκριθεί
κείνη η κάτω οπού σας έχω,
σαν δροσιά θέλει βρεθεί.
100
Κατατρώγει, ωσάν τη σχίζα,
τόπους άμετρα υψηλούς,
χώρες, όρη από τη ρίζα,
ζώα και δέντρα και θνητούς.
101
Και το παν το κατακαίει,
και δεν σώζεται πνοή,
πάρεξ του άνεμου που πνέει
μες στη στάχτη τη λεπτή"».
102
Κάποιος ήθελε ερωτήσει:
Του θυμού Του εισ' αδελφή;
Ποιος είν' άξιος να νικήσει
ή με σε να μετρηθεί;
103
Η γη αισθάνεται την τόση
του χεριού σου ανδραγαθιά,
που όλην θέλει θανατώσει
τη μισόχριστη σπορά.
104
Την αισθάνονται και αφρίζουν
τα νερά, και τ' αγρικώ
δυνατά να μουρμουρίζουν
σαν ρυάζετο θηριό.
105
Κακορίζικοι, πού πάτε
του Αχελώου μες στη ροή
και πιδέξια πολεμάτε
από την καταδρομή
106
να αποφύγετε; Το κύμα
έγινε όλο φουσκωτό•
εκεί ευρήκατε το μνήμα
πριν να ευρείτε αφανισμό.
107
Βλασφημάει, σκούζει, μουγκρίζει
κάθε λάρυγγας εχθρού,
και το ρεύμα γαργαρίζει
τες βλασφήμιες του θυμού.
108
Σφαλερά τετραποδίζουν
πλήθος άλογα, και ορθά
τρομασμένα χλιμιντρίζουν
και πατούν εις τα κορμιά.
109
Ποίος στο σύντροφον απλώνει
χέρι, ωσάν να βοηθηθεί•
ποίος τη σάρκα του δαγκώνει
όσο που να νεκρωθεί.
110
Κεφαλές απελπισμένες,
με τα μάτια πεταχτά,
κατά τ' άστρα σηκωμένες
για την ύστερη φορά.
111
Σβιέται -αυξαίνοντας η πρώτη
του Αχελώου νεροσυρμή-
το χλιμίντρισμα και οι κρότοι
και του ανθρώπου οι γογγυσμοί.
112
Έτσι ν' άκουα να βουίξει
τον βαθύν Ωκεανό,
και στο κύμα του να πνίξει
κάθε σπέρμα αγαρηνό!
113
Και εκεί πού 'ναι η Αγία Σοφία
μες στους λόφους τους επτά,
όλα τ' άψυχα κορμία,
βραχοσύντριφτα, γυμνά,
114
σωριασμένα να τα σπρώξει
η κατάρα του Θεού,
κι απ' εκεί να τα μαζώξει
ο αδελφός του Φεγγαριού.
115
Κάθε πέτρα μνήμα ας γένει,
κι η Θρησκεία κι η Ελευθεριά
μ' αργό πάτημα ας πηγαίνει
μεταξύ τους και ας μετρά.
116
Ένα λείψανο ανεβαίνει
τεντωτό, πιστομητό,
κι άλλο ξάφνου κατεβαίνει
και δεν φαίνεται, και πλιο
117
και χειρότερα αγριεύει
και φουσκώνει ο ποταμός•
πάντα, πάντα περισσεύει•
πολύ φλοίσβισμα και αφρός.
118
Α, γιατί δεν έχω τώρα
τη φωνή του Μωυσή;
Μεγαλόφωνα την ώρα
οπού εσβιούντο οι μισητοί,
119
το Θεόν ευχαριστούσε
στου πελάου τη λύσσα εμπρός,
και τα λόγια ηχολογούσε
αναρίθμητος λαός.
120
Ακλουθάει την αρμονία
η αδελφή του Ααρών,
η προφήτισσα Μαρία,
μ' ένα τύμπανο τερπνόν
121
και πηδούν όλες οι κόρες
με τσ' αγκάλες ανοικτές,
τραγουδώντας, ανθοφόρες,
με τα τύμπανα κι εκειές.
122
Σε γνωρίζω από την κόψη
του σπαθιού την τρομερή,
σε γνωρίζω από την όψη
που με βία μετράει τη γη.
123
Εις αυτήν, είν' ξακουσμένο,
δεν νικιέσαι εσύ ποτέ•
όμως, όχι, δεν είν' ξένο
και το πέλαγο για σε.
124
Το στοιχείον αυτό ξαπλώνει
κύματ' άπειρα εις τη γη,
με τα οποία την περιζώνει,
κι είναι εικόνα σου λαμπρή.
125
Με βρυχίσματα σαλεύει
που τρομάζει η ακοή•
κάθε ξύλο κινδυνεύει
και λιμνιώνα αναζητεί.
126
Φαίνετ' έπειτα η γαλήνη
και το λάμψιμο του ηλιού,
και τα χρώματα αναδίνει
του γλαυκότατου ουρανού.
127
Δεν νικιέσαι, είν' ξακουσμένο,
στην ξηράν εσύ ποτέ•
όμως όχι δεν είν' ξένο
και το πέλαγο για σέ.
128
Περνούν άπειρα τα ξάρτια,
και σαν λόγγος στριμωχτά
τα τρεχούμενα κατάρτια,
τα ολοφούσκωτα πανιά.
129
Συ τες δύναμές σου σπρώχνεις,
και αγκαλά δεν είν' πολλές,
πολεμώντας, άλλα διώχνεις,
άλλα παίρνεις, άλλα καις.
130
Μ' επιθυμία να τηράζεις
δύο μεγάλα σε θωρώ,
και θανάσιμον τινάζεις
εναντίον τους κεραυνό.
131
Πιάνει, αυξαίνει, κοκκινίζει,
και σηκώνει μια βροντή,
και το πέλαο χρωματίζει
με αιματόχροη βαφή.
132
Πνίγοντ' όλοι οι πολεμάρχοι
και δεν μνέσκει ένα κορμί•
χαίρου, σκιά του Πατριάρχη,
που σε πέταξαν εκεί.
133
Εκρυφόσμιγαν οι φίλοι
με τσ' εχθρούς τους τη Λαμπρή,
και τους έτρεμαν τα χείλη
δίνοντάς τα εις το φιλί.
134
Κειες τες δάφνες που εσκορπίστε
τώρα πλέον δεν τες πατεί,
και το χέρι οπού εφιλήστε
πλέον, α, πλέον δεν ευλογεί.
135
'Ολοι κλαψτε• αποθαμένος
ο αρχηγός της Εκκλησιάς•
κλάψτε, κλάψτε• κρεμασμένος
ωσάν να 'τανε φονιάς!
136
'Εχει ολάνοικτο το στόμα
π' ώρες πρώτα είχε γευθεί
τ' Άγιον Αίμα, τ' Άγιον Σώμα•
λες πως θε να ξαναβγεί
137
η κατάρα που είχε αφήσει,
λίγο πριν να αδικηθεί,
εις οποίον δεν πολεμήσει
και ημπορεί να πολεμεί.
138
Την ακούω, βροντάει, δεν παύει
εις το πέλαγο, εις τη γη,
και μουγκρίζοντας ανάβει
την αιώνιαν αστραπή.
139
Η καρδιά συχνοσπαράζει.
Πλην τι βλέπω; Σοβαρά
να σωπάσω με προστάζει
με το δάκτυλο η θεά.
140
Κοιτάει γύρω εις την Ευρώπη
τρεις φορές μ' ανησυχιά•
προσηλώνεται κατόπι
στην Ελλάδα, και αρχινά:
141
«Παλληκάρια μου, οι πολέμοι
για σας όλοι είναι χαρά,
και το γόνα σας δεν τρέμει
στους κινδύνους εμπροστά.
142
Απ' εσάς απομακραίνει
κάθε δύναμη εχθρική,
αλλά ανίκητη μια μένει
που τες δάφνες σας μαδεί.
143
Μία, που όταν ωσάν λύκοι
ξαναρχόστενε ζεστοί,
κουρασμένοι από τη νίκη,
αχ, το νου σάς τυραννεί.
144
Η Διχόνοια που βαστάει
ένα σκήπτρο η δολερή
καθενός χαμογελάει,
πάρ' το", λέγοντας, "και συ".
145
Κειο το σκήπτρο που σας δείχνει
έχει αλήθεια ωραία θωριά•
μην το πιάστε, γιατί ρίχνει
εισέ δάκρυα θλιβερά.
146
Από στόμα οπού φθονάει,
παλληκάρια, ας μην πωθεί,
πως το χέρι σας κτυπάει
του αδελφού την κεφαλή.
147
Μην ειπούν στο στοχασμό τους
τα ξένη έθνη αληθινά:
"Εάν μισούνται ανάμεσό τους
δεν τους πρέπει ελευθεριά".
148
Τέτοια αφήστενε φροντίδα•
όλο το αίμα οπού χυθεί
για θρησκεία και για πατρίδα
όμοιαν έχει την τιμή.
149
Στο αίμα αυτό, που δεν πονείτε
για πατρίδα, για θρησκειά,
σας ορκίζω, αγκαλισθείτε
σαν αδέλφια γκαρδιακά.
150
Πόσο λείπει, στοχασθείτε,
πόσο ακόμη να παρθεί•
πάντα η νίκη, αν ενωθείτε,
πάντα εσάς θ' ακολουθεί.
151
Ω ακουσμένοι εις την ανδρεία,
καταστήστε ένα Σταυρό
και φωνάξετε με μία:
"Βασιλείς, κοιτάξτ' εδώ!
152
Το σημείον που προσκυνάτε
είναι τούτο, και γι' αυτό
ματωμένους μας κοιτάτε
στον αγώνα το σκληρό.
153
Ακατάπαυστα το βρίζουν
τα σκυλιά και το πατούν
και τα τέκνα του αφανίζουν,
και την πίστη αναγελούν.
154
Εξ αιτίας του εσπάρθη, εχάθη
αίμα αθώο χριστιανικό,
που φωνάζει από τα βάθη
της νυκτός: Να εκδικηθώ.
155
Δεν ακούτε, εσείς εικόνες
του Θεού, τέτοια φωνή;
Τώρα επέρασαν αιώνες
και δεν έπαυσε στιγμή.
156
Δεν ακούτε; Εις κάθε μέρος
σαν του Άβελ καταβοά•
δεν ειν' φύσημα του αέρος
που σφυρίζει εις τα μαλλιά.
157
Τι θα κάμετε; Θ' αφήστε
να αποκτήσομεν εμείς
λευθεριάν, ή θα την λύστε
εξ αιτίας πολιτικής;
158
Τούτο ανίσως μελετάτε
ιδού εμπρός σας τον Σταυρό:
Βασιλείς, ελάτε, ελάτε,
και κτυπήσετε κι εδώ!"».